Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Ἀπόσπασμα ἀπό τούς Νόμους τοῦ Πλάτωνος

Στό προηγούμενο ρθρο γινε ναφορά στό πόσπασμα πό τούς Νόμους το Πλάτωνος, που συνδιαλέγονται δύο γηραιοί,  θηναος καί  Κλεινίας. Τό πόσπασμα  παντ σέ ατούς πού θεωρον τι ο νέοι δύνανται νά καθορίσουν τήν πολιτική κολουθώντας τό τρέντυ ραμα το Τσίπρα λόγ παρορμήσεων καί ξεχνώντας τήν καθοδήγηση τν συνετν.



Ὁ Ἀλβανάνος καί ὁ Λαϊκιζόπουλος

Ἀναφέρομαι σέ δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου νομίσματος, σέ δύο ἀνθρώπους πού σέ ἐποχές ἀκμῆς τῆς Ἑλλάδος, τό «τοῖς κυσί παραδοῦναι» θά ἦταν μετριοπαθές γι’ αὐτούς. Δέν θά χρησιμοποιήσω ὅρους χρησιμοποιηθέντες κατά πρόσφατες ἐποχές θεωρηθεῖσες ὡς μέλαινες, ὅπου ἐχρησιμοποιεῖτο ὁ ὅρος «ἐθνοπροδότες». Ἀναφέρομαι ὅμως σέ δύο ἀνθρώπους πού ἐκφράζουν ἀκριβῶς μία παρακμή πρωτόγνωρη - θεωρῶ - γιά τά ἑλληνικά δεδομένα. Μία παρακμή λαϊκή, ὅπου ὁ λαός μετεσχηματίσθη σέ ἄβουλη μάζα χωρίς ἐθνική συνείδηση, ἀλλά μέ μόνη ἐνασχόληση τόν τρόπο πλουτισμοῦ εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Δέν θά ἀναλωθῶ σέ χιλιοειπωμένες πομφολυγώδεις ἐπικρίσεις κάποιων τιμητῶν («ποῦ καταντήσαμε; κλπ κλπ»). Ὅταν ὁ ἑλληνικός λαός ἐνδιαφέρεται γιά τόν πλουτισμό του καί μόνον, ὡς γενόμενος ἰδεολογικῶς συγγενής (ὄχι ἀκόμη καί φυλετικῶς) τῶν γειτονικῶν του λαῶν, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐνδιαφερθεῖ συνολικά γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τήν παρακμή και γιά τήν ἐθνική ἀνύψωση;

Αὐτό τό κενό τῆς λαϊκῆς αὐτογνωσίας πού προκαλεῖ τήν ἀδιαφορία καί τήν ἐπικέντρωση μόνο στό ἴδιον οἰκονομικό συμφέρον ἔρχεται νά καλύψει ἀφ’ ἑνός ἡ Ἀριστερά (ΣΥΡΙΖΑ), ἡ ὁποία προβάλλει ὡς πρότυπον τόν εὔκολο πλουτισμό ἑνός "μαζικοποιημένου" καί ἄβουλου λαοῦ καί ἀφ’ ἑτέρου οἱ γελωτοποιοί (Λαζόπουλος), οἱ ὁποῖοι πάλι ἁγιοποιοῦν τόν καταπονημένο καί ἀνεύθυνο λαό ἔναντί της δαιμονικῆς καί στυγνῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ τακτική τό «λαϊκίζειν ἐστί φιλοσοφεῖν», ὅπου στοχεύεις σέ ποταπά αἰσθήματα αὐτοσυντηρήσεως μίας μάζας, ἡ ὁποία ἀποποιεῖται προσωπική εὐθύνη, ἀπορρίπτουσα αὐτήν σέ μία ὑπερβατική – ἀνυπόστατη καί ἀόριστη ἐξουσία.

Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι ἡ ἐξουσία βρίσκεται σέ κάθε μονάδα καί ὄχι μόνον στούς ἐξουσιαστές. Ἡ ἐξουσία ἑκάστου ἠμῶν δύναται νά ἐξαντληθεῖ στό ἔπακρον ὅσο μικρή κι ἄν εἶναι. Μπορεῖ τό μέγεθος ἐξουσίας ἑνός ἄρχοντος καί ἑνός πτωχοῦ νά διαφέρουν κατά πολύ, ὁ βαθμός ὅμως κακῆς ἐξαντλήσεώς της εἰς βάρος τοῦ πλησίον δύναται νά ταυτίζεται.

Ἑπομένως, ποιός ἀδικημένος λαός καί ποιά κακή ἐξουσία; Ἡ ἐξουσία ἀπευθύνεται στό λαό ἐξ’ οὗ καί πηγάζει, μεγέθη γάρ ἀνάλογα. Παρηκμασμένος λαός, βορβορώδης ἐξουσία καί ἀντιστρόφως. Πόσο εὔκολα λοιπόν ἀλλά πικρά ταυτόχρονα καταρρίπτονται οἱ ἀρχές τῆς Ἀριστερᾶς καί τῶν σύν αὐτῇ γελωτοποιῶν; Πικρά καταρρίπτονται ἰδέες πού ὅμως γλυκύνουν τά ὦτα τοῦ λαοῦ. Εἶναι πράγματι στοιχεῖο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νά εὐφραινόμαστε ἀπό λόγια κολακευτικά πού μᾶς καθιστοῦν ἀνεύθυνους καί ἀδικημένους, ἐνῶ τά ἀληθῆ νά μᾶς φοβίζουν.

Σέ ὅλες τίς ἐποχές ὑπῆρχαν ἄνθρωποι πονηροί πού εἶχαν διαγνώσει αὐτά τά στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί τήν ἐκμεταλλεύτηκαν, βέβαια ἡ κατάληξή τους ἦταν οἰκτρά. Στή σημερινή ἐποχή τέτοιοι εἶναι οἱ Λαζόπουλοι καί οἱ Τσίπρες. Ἡ κατάληξή τους δέν ἔχει ἔρθει ἀκόμη καί εἶναι λογικόν νά ἐπιτυγχάνουν τό ἀπώγειο τῆς δόξης τους. Εἶναι λογικό, ἐφ’ ὅσον λέγουν τά ἀρεστά ἀλλά καί μέ ἀρεστό τρόπο (ἐπικοινωνιακά), νά «χτυπήσουν φλέβα». Δέν εἶναι ἀρεστό νά ὑπενθυμίζεις στό λαό πόσες εὐθύνες ἔχει καί πόσα λάθη ἔχει διαπράξει ἔναντί του ἔθνους καί τῆς φυλῆς του, ἀρεστό εἶναι νά τοῦ λές πόσο εὔκολα μπορεῖ νά πλουτίσει ἀποφεύγοντας τήν ἐργασία (βλέπε κομμουνισμός, συνδικαλισμός), πόσο εὔκολα μπορεῖ νά ἀποφύγει τήν εὐθύνη τῆς σπουδῆς – σκέψεως, πόσο εὔκολα μπορεῖ νά ξεχάσει τήν ταυτότητά του, πόσο εὔκολα μπορεῖ νά ἀσπασθεῖ τόν βαρβαρικό πολιτισμό, πόσο εὔκολα μπορεῖ νά ἀναμιχθεῖ μέ ὅλους τους λαούς ξεχνώντας τή δική του ὑπόσταση.