Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Μία νέα αἰσθητική ἐναντία της ὑποκουλτούρας τῆς Ἀριστερᾶς


Jacqueline de Romilly

Διάβαζα τό Βιβλίο «La Douceur dans la Pensée Grecque» (= Ἡ γλυκύτης μέσα στήν ἑλληνική σκέψη) τῆς μεγάλης φιλελληνίδος Jacqueline de Romilly. Τέτοια ἔργα μόνο μέ σκέψεις θά μποροῦσαν νά σέ γεμίσουν ἀλλά καί νά σέ μεταγάγουν σέ κόσμους φανταστικούς (;) ποῦ κάποτε ὑπῆρχαν. Ἡ γλυκήτης δέν περιγράφεται ἁπλῶς σέ αὐτό τό βιβλίο, ἀλλά μεταμορφώνεται σέ εἰκόνα καί βίωμα - προσκρούει ἐντούτοις βάναυσα στή γλισχρότητα τῆς σημερινῆς πραγματικότητος. Μίας πραγματικότητος πλήρους μή πληρότητος. Μίας πραγματικότητος χωρίς τήν ἔπουρον αὔραν πού θά ἐμπνεύσει, θά δώσει πνοή στή δημιουργία, στόν Πολιτισμό. Αὐτό πού πρώτιστα καταβάλλει τήν πρόοδο τοῦ πολιτισμοῦ μας καί ἀποτρέπει τίς νοητικές μας λειτουργίες ἀπό τό νά περιπλανηθοῦν σέ ἀτραπούς τοῦ προτύπου της ἀκατάβλητης σκέψεως τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων, εἶναι ἡ στρέβλωση τῆς «κουλτούρας», ἡ ὁποία θολερῷ τῷ τρόπω ἔχει γίνει χῶρος προσβατός μόνο στούς ἀριστερούς. Τέτοιου εἴδους ὑποκουλτούρα, ἡ ὁποία ἔχει ὑποκαταστήσει ἐπιθετικῶς τήν προαγωγή καί παραγωγή σκέψεως, ἔχει ἑδραιωθεῖ ὄχι μόνον σέ κάθε χῶρο πού ἀλληλεπιδρᾶ μέ τό ἐπιστητόν ἀλλά καί ἀνεπαίσθητα στό συνειδητό του σημερινοῦ ἀνθρώπου, κατασκευάζοντας ἕνα πρότυπο ἀδῄωτο, ἀκλόνητο, γιά τό ὁποῖο ἡ ἀμφισβήτηση περιθωριοποιεῖται καί γελοιοποιεῖται. Τό πρότυπό της ὑποκουλτούρας ἀντιτίθεται στή φύση τοῦ ἀνθρώπου, στή σκέψη τοῦ Ἕλληνος καί δέν εἶναι παρά ἕνα κακέκτυπον ἑνός κακῶς νοουμένου πολιτισμοῦ ἀλλοτρίου, παγκοσμιοποιημένου, ἀσυμβιβάστου μέ τό ἑλληνικό πνεῦμα. Ἡ ἐπέλασις τοῦ κακεκτύπου ἔχει διαβάλει τήν ὀρθότητα, ἔχει μεταβάλει τή λόγικη καί εἶναι τόσο τυραννική καί ἀδάμαστη πού ἡ κατίσχυσή της στούς τομεῖς τοῦ ἐπιστητοῦ ἔχει χάσει τήν ἀρχική της δυσμορφία καί ἀλλοφροσύνη, ὥστε σήμερα νά φαντάζει σάν κάτι τό φυσικό, στοιχεῖο τῆς καθημερινότητος. Βρίσκεται παντοῦ: στή φιλοσοφία, στήν ἐπιστήμη, στήν τέχνη, στήν τηλοψία, στό σχολεῖο. Ἀπόπειρες γιά τήν κατακρήμνιση αὐτῆς τῆς βαρβαρικῆς προσπάθειας μορφῆς ἐπέλασης, ἡ ὁποία ἔχει λάβει ἀνεπαίσθητα τήν ἠδεῖα μορφή τοῦ καθημερινοῦ καί τοῦ φυσικοῦ ἑπομένου, ἀποκρύπτοντας ἔτσι τήν ἀρχική της μορφή, ἔχουν γίνει ἀρκετές.
Ἕνας ἀπό τούς διανοητές πού προσπαθεῖ νά ὑποκαταστήσει τή νεωτεριστική αὐτή κουλτούρα, προβάλλοντας τήν κουλτούρα τῆς Δεξιᾶς, εἶναι ὁ Χρίστος Γούδης. Σέ αὐτό τό σημεῖο, θά ἤθελα νά ἐξάρω τήν προσωπικότητα τοῦ πανεπιστημιακοῦ καί τῷ ὄντι φιλοσόφου Χρίστου Γούδη. Δύσκολα ἀποδίδω τόν βαρύνοντα τίτλο τοῦ φιλοσόφου σέ ἀνθρώπους, καθώς θεωρῶ ὡς μία ἀναγκαιότητα γι’ αὐτό τήν ἐμβρίθεια περί τίς θετικές ἐπιστῆμες, στοιχεῖο πού πληροῖ ὁ Γούδης λόγω τῆς ἀρίστης γνώσεώς του ἐπί τῆς ἀστροφυσικῆς. Μέ ἐξέπληξε ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού τόν εἶδα σέ ἐκπομπές τοῦ Χαρδαβέλα σχετικές πρός τήν ἐκλαϊκευτική ἐπιστήμη, ἀλλά καί ἄλλες πρός τήν μεταφυσική. Ἀκολουθεῖ πάντοτε τήν ἔλλογο θεώρηση, τή συμβατή μέ τήν ἑλληνική φυσική καί τήν ἀρχαιοελληνική σκέψη ἐν μέσω κυκεῶνος «ἡμιαμαθῶν» ψευδεπιστημόνων. Παρά τήν συχνάκις ἀναφυομένη κομπορρημοσύνη του, ἔχει τόν τρόπο νά σέ καθηλώνει τόσο μέ τίς γνώσεις του, ὅσο καί μέ τή μέθοδο παραθέσεώς τους. Πολυσχιδής ἡ προσωπικότητά του καί δυναμική ἡ προσπάθειά του νά προτάξει τήν κουλτούρα τῆς δεξιᾶς μέσα ἀπό τό ὁμώνυμο βιβλίο του ἀλλά καί τό «Ἀνατομία τῆς Δεξιᾶς», τά ὁποία δέν εἶχα ἀκόμη τό χρόνο νά διαβάσω. Μέ χαροποίησε ἰδιαίτατα ὅταν ἀνέλαβε τήν Προεδρία τοῦ Ἱδρύματος «Ἴων Δραγούμης», κέντρο παραγωγῆς σκέψεως καί δράσεως. Εἶναι αὐτό τό στοιχεῖο τῆς πρόταξης μίας ἀντιπρότασης, τοῦ ἀντιπάλου δέους τῆς σημερινῆς ὑποκουλτούρας, αὐτῆς τῆς κουλτούρας τῆς Δεξιᾶς, ὅπως τήν ἀποκαλεῖ, πού θά μποροῦσε νά εἶναι τό πρῶτο βῆμα γιά τόν ἐξοβελισμό τῆς ὑποκουλτούρας. Αὐτή ἡ ἀρτιγενής προσπάθεια ὅμως, γιά νά ἐξελιχθεῖ εἰς ὄφελος τοῦ πολιτισμοῦ μας δέν θά πρέπει νά γίνει ντικείμενο καπηλείας ἀπό κάποιον ἤ νά στρεβλωθεῖ, κατά τρόπον ὥστε νά ἀπολέσει τήν ἀρχική της μορφή, γενόμενη έτσι συμβία μέ τήν ὑποκουλτούρα. Τό ἀντίπαλον δέος, λοιπόν, τῆς ψυχρᾶς ὑποκουλτούρας, εἶναι τό ἡδύνον πού ἀποπνέει ἡ Jacqueline de Romilly καί ἡ μετουσίωση τῆς σκέψεως σέ πολιτική δράση, κατά τόν ὁραματισμό τοῦ Χρίστου Γούδη.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η "γλυκύτητα", η "douceur" των Γάλλων λέγεται και αλλιώς στα ελληνικά "ευπροσηγορία".
Είναι μία από τις λέξεις που δεν υπάρχουν σε αντιστοιχία στις ευρωπαϊκές γλώσσες.
Κύρια στοιχεία της, η καλωσύνη, η ταπείνωση, το πνεύμα, το φώς και η πειθώ.
Μπορείς μήπως να μου πεις ένα παράδειγμα "γλυκύτητας" που βρήκες μέσα στο βιβλίο της Ζακλίν και ένα της υποκουλτούρας που μας παιδεύει σήμερα;

Νηρηίς

Κων/νος είπε...

Ἡ λέξη εὐπροσήγορος εἶναι ὄντως ἑλληνική. Ὁ Ἰωάννης ὁ Στοβαῖος γράφει «ἐσθλοῦ γάρ ἀνδρός γῆρας εὐπροσήγορον». Κάτι πού ἰσχύει στήν περίπτωση τῆς συγγραφέως, ἡ ὁποία ἄν καί ἄνω τῶν 90 ἀναδίδει μία ζωντάνια καί ἕνα πρωτοφανές πάθος γιά τήν Ἀρχαία Ἑλλάδα. Διάβασα τό βιβλίο στά γαλλικά καί ἑπομένως δέν ἀπέδωσα ὀρθῶς τόν τίτλο. Βρῆκα μόλις τή μετάφραση τοῦ βιβλίου στά ἑλληνικά, ἡ ὁποία τόν ἀποδίδει : Ἡ Ἠπιότητα Στήν Ἀρχαία Ἑλληνική Σκέψη καί μπορεῖς νά δεῖς ἀρκετές πληροφορίες ἐδῶ http://blogs.sansimera.gr/haris33/106/2008/03/07/302. Περιγράφει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ ἀρετή βγαίνει μέσα ἀπό τή βία πού γιά παράδειγμα περιγράφεται στήν Ἰλιάδα μέ τίς μάχες, ἀλλά καί τήν ἠπιότητα σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Σήμερα ἡ ἠπιότητα προσκρούει στήν στυγνή πραγματικότητα, ἀπό τήν ὁποία ἀπουσιάζει τό βαθύτερο νόημα τῆς σκέψεως τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων. Αὐτήν τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ὁδό τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδο, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ὑποκουλτούρας τήν ἀνήγαγαν σέ ἰδεολογία, τό ἄοσμο, τό ἄχαρο τό ἔκαναν τρόπο ζωῆς, ἔτσι ὥστε νά ἀπαγορεύεται νά παραπεμφθεῖς σέ ζητήματα σχετικά μέ τόν ἀρχαιοελληνικό πολιτισμό, παρά μόνο στόν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό πού κατεσκεύασαν αὐτοί, ἀπό τόν ὁποῖον ἀπουσιάζει ἡ ἔμπνευση, ἡ ἀνομοιογένεια, ἡ πρωτοτυπία…