Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

«Επαναστατημένοι» οι νέοι; (μονοτονικό)


Από τη μία έχουμε την «εξεγερμένη» νεο(γερο)λαία και από την άλλη την γηραιόφρονα νεολαία. Η μεν πρώτη, με την αισθητική του «τό δρν πεττεύοντος»*, είναι αυτή που υπό την εποπτεία των «προοδευτικών» πλην όμως γηραιών δυνάμεων θα «κατέβει» στους δρόμους. Η δε άλλη, αυτή η γηραιόφρων νεολαία, είναι εκείνη η οποία θα επιδείξει αισθητική εγειρόφρονος, χωρίς να αυταποκαλείται εξεγερμένη, θα επιδείξει τη σοφία του γέροντος χωρίς να έχει τη γεροντική τάση αυτοκαταστροφής της πρώτης, θα προτιμήσει τον πνευματικό κάματο από την εύκολη λύση των διαδηλώσεων που γίνονται υπό την επίβλεψη του κόμματος - κωμαστού (κωμαστής=μεθυσμένος διασκεδαστής). Η πρώτη νεολαία, ενώ δεν πάσχει από τους ρευματισμούς των γερόντων, ωστόσο παρασύρεται από το γερασμένο (προοδευτικό εντούτοις καλούμενο) ρεύμα της εποχής. Η δεύτερη, προτάσσοντας τη γεροντική φρόνηση, παρακάμπτει την φθοροποιό παρόρμηση.

Στην Ελλάδα επικρατεί η απαράβατος αρχή του μετρίου, η οποία ελλείψει άλλων αρχών επωμίζεται τους μέτριους, με τη λογική ότι θα βρεθούν και άλλοι ομοειδείς και ομοϊδεάτες. Και ξεκίνησαν οι ομοειδείς από το εθνικόν ταβλιστήριον ή κατ’ άλλους βουλευτήριον ή κοινοβούλιο προσπαθώντας να καλύψουν την ψυχολογική ανάγκη του λαού ν’ ακούει τα αρεστά. Και δεν είναι άλλη από την έκπαλαι επικέντρωσή μας στο ίδιον συμφέρον, την οποίαν έρχεται να καλύψει αφ’ ενός ο από το «ταβλιστήριον» ορμώμενος και προς τους δρόμους διαχεόμενος συνασπισμός της ραπιζούσης αριστεράς (ή «Συρραπισμός»), ο οποίος προβάλλει ως πρότυπο τον εύκολο πλουτισμό ενός άβουλου λαού και αφ’ ετέρου οι τηλε-γελωτοποιοί, οι οποίοι πάλιν αγιοποιούν τον καταπονημένο και ανεύθυνο λαό έναντι της δαιμονικής και στυγνής εξουσίας˙ ενίοτε πίνουν και τσίπ’ρα εκεί. Είναι ακριβώς η τακτική του «τό λαϊκίζειν ἐστί φιλοσοφεῖν», όπου στοχεύεις στα πλέον ποταπά αισθήματα αυτοσυντηρήσεως μίας μάζας, η οποία αποποιείται προσωπικήν ευθύνη, απορρίπτουσα αυτήν σε μιαν υπερβατική – ανυπόστατη και αόριστη εξουσία. Βασική είναι αρχή κατασκευής όλων των ιδεολογιών η ανύψωση κάποιων εννοιών σε υπερβατικό επίπεδο, ώστε να είναι μη απτές και απόμακρες από τον λαό. Έτσι, είτε μπορείς να τις αγιοποιήσεις (πχ η έννοια του λαού, της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης), είτε να τις δαιμονοποιήσεις (εξουσία, κεφάλαιο), απομακρύνοντας την ενάργεια από αυτές. Η πραγματικότητα όμως, την οποίαν εντούτοις κάνουν πως δεν γνωρίζουν οι πωγωνοφόροι μεσήλικες - ινστρούχτορες της πρώτης κατηγορίας της νεολαίας -γνωρίζει όμως η δεύτερη κατηγορία νεολαίας- είναι ότι η εξουσία βρίσκεται σε κάθε μονάδα και όχι μόνον σε αόριστους εξουσιαστές. Η εξουσία καθενός απ’ εμάς δύναται να εξαντληθεί στο έπακρον όσο μικρή κι αν αυτή είναι. Μπορεί το μέγεθος εξουσίας ενός άρχοντος και ενός πτωχού να διαφέρουν κατά πολύ, ὁ βαθμός όμως κακής εξαντλήσεώς της εις βάρος του άλλου μπορεί να ισοδυναμεί. Η εξουσία εξάλλου απευθύνεται στο λαό εξ ου όμως και πηγάζει, μεγέθη εκ των πραγμάτων αιτιωδώς ανάλογα. Παρηκμασμένος ο λαός, βορβορώδης η εξουσία και τανάπαλιν. Επομένως ποια κακή εξουσία και ποιος αδικημένος λαός; Πικρά τοιουτοτρόπως καταρρίπτονται ιδέες γλυκύνουσες και ευμόλπως άδουσες στα ώτα του λαού. Είναι άλλωστε στοιχείο της ανθρωπίνης φύσεως να επαναπαυόμαστε σε λόγια κολάκων πού μας καθιστούν ανεύθυνους, αδικημένους και κατατρεγμένους από την κακή εξουσία που στην πραγματικότητα είναι η κακή πλευρά ημών των ιδίων, ταυτοχρόνως τ’ αληθή μας φοβίζουν. Σε όλες τις εποχές υπήρχαν άνθρωποι πονηροί με ερυθρό ή διαποίκιλτο προσωπείο που είχαν διαγνώσει αυτά τα στοιχεία της ανθρωπίνης και ιδίᾳ της νεανικής φύσεως και την εκμεταλλεύτηκαν˙ βέβαια ἡ κατάληξή τους ήταν οικτρά (Στάλιν, Χίτλερ). Απευθύνθηκαν πάντοτε στο εύπλαστο και α(δια)μόρφωτο μέρος της κοινωνίας, τη νεολαία. Μια λαλιστάτη άλαλη νεολαία, για την οποία στην Ελλάδα η απείθεια είναι προσόν, η ραστώνη πολιτική δράση και η βία επαναστατικός ηρωισμός. Πρόκειται περί αλλοιώσεως εννοιών και αξιών κατά τρόπον πρωτοφανή.

Η ίδια εννοιολογική αλλοίωση καταβαράθρωσε και τη σημερινή παιδεία, στην οποίαν εισήχθη ο ακραιφνώς καθαρεύων δημοτικισμός˙ στην πορεία αυτή έχασε την αρχική της σημασία και μετατράπηκε σε εκπαίδευση συνώνυμη της «κυνο-παιδεύσεως». Το ότι ο εκ φύσεως πόθος μας για τις εθνικές αξίες και τη γλώσσα μας παραμερίστηκε με την καθοδήγηση κρυφίως δρώντων δια της γλισχρωδώς εκτρεφομένης απέχθειας γι’ αυτές, κατέστη αναγκαία συνθήκη για την ποδηγέτηση της νεολαίας υπό τις αναφείς βουλήσεις τους. Το ότι η πνευματική αχλύς σκιάζει την φύσει ευγενή παρόρμηση και ζωντάνια της νεολαίας, φωτίζοντας όμως την αγριότητα και το κοινωνικό της μίσος, το οποίο τεχνηέντως καλεί κοινωνική επανάσταση, είναι κατόρθωμα του πνευματικού μας κόσμου. Το ότι νόμος μας είναι η εναντίωση στον προασπιστή του νόμου, τον αστυνομικό, είναι το «δήγμα» της κατατρυχούσης - γεροντικής φθοράς. Το ότι σήμερα ως νέοι δεν δρούμε με τη νεανική μας ορμή αλλ’ επαφιέμεθα στο ορμητικό ρεύμα των κολάκων, με αποτέλεσμα να ανοιγοκλείνουμε ως διαδηλωτές - στρείδια ρυθμικά και απερίσκεπτα τα όστρακα - στόματά μας αλαλάζοντας – διαδηλώνοντας για κάποιες ασαφείς και ενύπνιες (αν)αξίες, είναι αυτό που μας καθιστά γερολαία κι όχι γηραιόφρονα νεολαία ως έπρεπε, όσο κι αν κάποιοι τηλε-κόλακες μας αποκαλούν επαναστατημένους νέους!

*ὁ τό δρᾶν πεττεύων είναι αυτός που αποφεύγει την εργασία παίζοντας ζάρια (πεσσούς) – τάβλι